εύβιος

εὔβιος, -ον (Α)
ο ευβίοτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + βίος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Εὔβιος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔβιος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔβιον — εὔβιος masc/fem acc sg εὔβιος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐβιώτατοι — εὔβιος masc nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐβίου — Εὔβιος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐβίου — εὔβιος masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔβια — εὔβιος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὔβιε — Εὔβιος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔβιε — εὔβιος masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὔβιοι — Εὔβιος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.